Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2009

Ποίηση - Σεπτέμβριος/Δεκέμβριος 2009

Της πρώτης αγάπης

Mέλι με μέλι
γεμίζει η καρδιά
γεμίζει η καρδιά
με γλύκα της αγάπης

Με στάρι με στάρι
και φύλλα κίτρινα
με φύλλα κίτρινα
χαϊδεύω το κορμί σου

Στης μέρας το πέρας
να λούσω το κορμί σου
θα λούσω το κορμί σου
με της βροχής ριπές

Της πρώτης αγάπης
σταφύλι ροζακί
σταφύλι ροζακί
η γεύση του φιλιού σου


Σμύρνης τραγούδι

Σμύρνης τραγούδι και καημός
στο σπίτι μας απόψε
ούτι, μπουζούκι ,ταμπουράς
θυμάται απόψε ο ντουνιάς

Τραγούδι , μέθη και κρασί
κι η νιότη μας μια σκέψη
κουβάρι ο χρόνος δεν αργεί
τον μίτο να ξεμπλέξει

Πόλης καπνός στο φτωχικό
και ρήμες π’ απανθίζουν
μάνες π’ αρνιούνται λογισμό
μνήμες απ’ τον ξεριζωμό


Πατρίδα μου Ελλάδα

Κρητικέ λεβέντη
στων βράχων τις φωλιές
στου Ψηλορείτη της κορφές
Θρακιώτη αϊτέ
των καραβιών μπροστάρης
ακρίτας , καβαλάρης

Πατρίδα μου , Ελλάδα
πατρίδα μου , μητέρα
κύματα τ’ Αιγαίου
Μακεδονίας χώμα

Λαρισινέ πουνέντε
σπαρτά της ευφορίας
παλίρροια ευδοκίας
Πελεππονήσου βλέμμα
στης Αρκαδίας βράχια
του Ταίναρου κατάρτια


Γεφύρια αγεφύρωτα

Στου πρωινού την αγκαλιά
στου δειλινού την σχόλη
όνειρα μένουν στα σκαριά
κι ο αγώνας δεν τελειώνει

Γεφύρια αγεφύρωτα
αλάνες μες τις πόλεις
φαντάροι μέσα στο χακί
γλεντοκοπάν με το ρακί
Πετρόχτιστα σπιτάκια
κι η φτωχιά από κοντά
άνθρωποι δείχνουν ρότα
χωρίς φανούς και φώτα

Στου φεγγαριού , μια πινελιά
σε έναν καμβά στημένο
στης θάλασσας την αγκαλιά
καράβι , τσακισμένο


Ιερόδουλες

Ξενοδοχείο παλιό , φθαρμένα σεντόνια
Η ίδια κολόνια , αγγίζει το σώμα
Αγάπη μιας ώρας , στα ίδια στασίδια
Της νιότης παλίρροια ,στ ‘ανέραστο στρώμα

Κορμί που γερνάει , ταμπέλες που σβήσαν
Ψυχές που νικήσαν , των πόθων πορεία
Βλογιά κατοπτρίζει , τις ίδιες φιγούρες
Γυρίζουν σαν σβούρες , στης δύσης ευθεία


Ιδρώτας

Ιδροκοπώ μες το λιοπύρι
ψωμί το στάχυ να γενεί
να φάν’ οι δούλοι απ’ τον κύρη
το ευχαριστώ , να ακουστεί

Τρύγησα αμπέλι μες την ζέστη
κρασί στυφό για να το πιουν
ο νοικοκύρης και όλοι οι φίλοι
με ευωδιές να ευφρανθούν

Μα όταν διψάσω δεν θ’ αργήσει
νεράκι γάργαρο να πιω
κι αν το κορίτσι μου ζητήσει
φιλί στο στόμα , δροσερό

Κυριακή 21 Ιουνίου 2009

Ποίηση - Μάιος/Αύγουστος 2009

Αεί

Αεί στεριές
απόκρημνα βουνά , βαθιά νερά
πελάγη τιθασεύεις
στων ουρανών θωριά

Αεί χαρές
στις μοίρες των καιρών , λαβωματιά
θολές ματιές
στ΄ ολόχρυσο φεγγάρι , συννεφιά

Δούλος αέρας , στείρος αιθέρας
στρατιώτης λιποτάκτης , της στιγμής
Δούρειος ίππος , καρδιάς σου χτύπος
στον δρόμο της ζωής , π’ ακολουθείς

Αεί στεριές
απόκρημνα βουνά , βαθιά νερά
πελάγη τιθασεύεις
στων ουρανών θωριά

Αεί φωνές
π’ ακούγονται στην χάση , μιας ζωής
απείρου πέρας
στο φως της κορυφής , μας οδηγείς


Άγγελοι κι αγγελάκια

Σε μια ‘κκλησιά στην Νιο
γλυκοχαράζει η αυγή
βαρκούλα με πανί
της μάνας η ευχή
Στα ανοιχτά της Νιο
λαγοκοιμάται η ψυχή
ήλιος και θαλπωρή
και πέλαου ιαχή

Άγγελοι κι αγγελάκια
χορεύουν στα βαρκάκια
μπουνάτσες δεν φοβούνται
τον έρωτα τους ζούνε
Μούσες και φεγγαράκια
βολτάρουν τα βραδάκια
μποφόρια αγκαλιάζουν
έρωτα , μέλι , στάζουν

Απ’ τον Μιστρά , ψηλά
βλέμμα ‘γναντεύει μακριά
όνειρο μα και ξεγνοιασιά
στού πρωινού την ροδαλιά


Αγώνας κι όπου βγει

Παλιοί συμμαθητές
αιώρες αδειανές
της αγκαλιάς το ακρογιάλι , αποζητούν
Τα όνειρα τρανά
μαχαίρια κοφτερά
σε κάποιας γης λιμάνι , θα θαφτούν

Πελώρια κενά σε άδεια αγκαλιά
ατίθασα κορμιά στου πόθου την λαλιά
Ανέλπιστοι ουρανοί και μία στείρα γη
απρόσιτοι καιροί σ΄ένα στενό κελί

Αιώνες βλοσυροί
στου χρόνου την σκεπή
με αποκούμπι την ορμή , δεινού καιρού
Αγώνας κι όπου βγει
πάλη για το ψωμί
με μετερίζι την ψυχή , ενός παιδιού


Ποιητής του δρόμου

Ποιητής του δρόμου , ζηλωτής του χρόνου
Απόντιστος σε θάλασσες μαβιές
Πορθητής του πόθου , τηρητής του όρθου
Προσκυνητής σ’ ανέλπιστες χαρές

Ποτάμι που κυλάει
Μες την ρωγμή της ζήσης
Μ’ αισθήσεις αναβλύζει
Τον ερχομό της δύσης

Ζητητής προόδου σε καιρό εφόδου
Αβάπτιστος σε πέλαγα αβαθή
Τιμονιέρης κλήρου , λαουτιέρης δρόμου
Ταξιθέτης σε μια έμπεδη ζωή


Φορεμένη ήβη

Ξανθό το χώμα
Καρπός σταριού στο απομεσήμερο
Κατακαλόκαιρο , πάνω
απ’ την στέγη του σπιτιού μου

Πικρή βροχή
Μουσκεμένη φανέλα στο κορμί σου
Ήβη φορεμένη
στης θάλασσας το κύμα , κολυμπάει

Αδούλωτος λαός
Πορφύρα αντανακλά παντού
Στα σοκάκια της ψυχής
παίζουνε τάβλι οι αγύρτες

Δακρυσμένη γη
Αγροτιά χωμένη στο λιοπύρι
Δύο σπίθες δίνουν το φωςστης νύχτας την απρόσωπη σκιά


Άγγιγμα θεικό

Η κάμαρα του πρωινού , αγγίζει την θάλασσα
το φως του δειλινού , αλφαβητάρι της καρδιάς μου
Ο παφλασμός του κύματος , ηχεί μες τα αυτιά μου
καράβι σαπιοκάραβο , Παναγιά μου Παντάνασσα

Το πρώτο φως του ήλιου , σκίρτημα του έρωτα
το άγγιγμα σου θεϊκό , για τέρψη της αφής μου
Το σώμα που λικνίζεται στον κύκλο της ψυχής μου
Μπρούσκο κρασί μες το ποτήρι ,φιλί μου στα πέρατα


Βρε δεν βαριέσαι

Βρε δεν βαριέσαι αδελφέ
για αύριο έχουμε φαΐ
θα ακούσω ειδήσεις στην TV
και βέβαια κι άλλα συναφή
Βρε δεν βαριέσαι αδελφέ
Χαράματα για την δουλειά
και το βραδάκι μουλωχτά
ακούω τα κουτσομπολιά


Ο Νίκος με την Μαίρη
ο Πάνος με ποια βγαίνει
βρε αϊ σιχτίρ λέω εγώ
μαζί σας δεν συνωμοτώ
Ο Κώστας είναι γκέι
η Λούση δεσμευμένη
βρε αϊ σιχτίρ λέω εγώ
σας έχω γράψει από καιρό


Βρε δεν βαριέσαι αδελφέ
κι ας κάνω και τον χουβαρντά
Στοίχημα Τζόκερ κι όλα αυτά
με σήκωσαν τον κουμπαρά
Βρε δεν βαριέσαι αδελφέ
χαράματα για την δουλειά
και το βραδάκι μουλωχτά
ακούω τα κουτσομπολιά


Το σκιάχτρο

Το σκιάχτρο του χωριού ξεστράτισε μια μέρα
Κι έπειτα ΄πέσαν απειλές στον άμοιρο πατέρα
Δώσε τριάντα που χρωστάς κι εμείς κάνουμε χάρη
Δεν θα το πούμε δεξιά να πάρουνε χαμπάρι

Μα ο γονιός καλά κρατεί ξέρει την φαμελιά του
Παιδί δεν αποστρέφομαι λέει με την λαλιά του
Δεν ταλαντεύεται πολύ κι αντί να χαστουκίσει
Σκάβει το λάκκο τον βαθύ , στων αιρετών την ρήση

Είμαι περήφανος βρε σεις , δικό μου το καμάρι
Των αφεντιών σας τις ριπές ,δεν τις λυγά κλωνάρι


Ηλιόλουστη θεά

Ηλιόλουστη ολόγυμνη θεά
στις θάλασσες του πέραν κολυμπάς
τις μούσες τις νεράιδες συναντάς
στις ανεμώνες του βυθού
στις φλέβες του επίγειου νερού

Πλανεύτρα μαγεμένη ερημιά
κορμί που θα σου δίνει η μοναξιά της
μετάξι κεντημένο στην καρδιά της
πανσέληνο με άστρα λαμπερά
ποτήρι στολισμένο με δροσιά

Ανέγγιχτη γοργόνα του γιαλού
ο άνεμος αγγίζει την υφή σου
με τσακισμένη την ορμή σου
στις συμπληγάδες των καιρώνάβατο πάθος μέθ’ υμών


Αναπνέω ελευθερία

Αναπνέω ελευθερία…εδώ….εκεί…παντού
στα χωράφια……στους πορτοκαλεώνες
που μόλις άνθισαν
Αναπνέω ελευθερία. ….στης γης την ερημιά
στους κάβους που χτυπήθηκαν
από ελεγεία καιρών

Ζω σε κορμί , π’ ακροβατεί
στους πόθους του καλοκαιριού
Πνοή μου ……ψυχή μου εσύ
φεγγάρι απόρθητο Μαγιού

Αγγίζω τον έρωτα…εδώ...εκεί…παντού
σε γερακίσιες φωλιές
θα ζω ελεύθερος
Αγγίζω τον έρωτα , με σκέψης διώμα
κι από των κογχυλιών λαλιά
γαλάζια βάφεται η ηχώ


Ιθάκης πηγαιμός

Χρόνοι δέκα , στης Ιθάκης πηγαιμό
με μια ψαρόβαρκα μπαταρισμένη ,τρύπια
δικαιοσύνης ήλιο έψαχνα να βρω
κι έγινα έρμαιο στων Λαιστρυγόνων , δίχτυα

Σμπαράλι η βάρκα , μα η ψυχή κρατά
αυτή μερίζει το μηδέν απ’ τα πολλά
Όνειρα , θάλασσες μα θέλει τσαμπουκά
Γερά θεμέλια και τσαγανό μπροστά

Μήνες οχτώ κι ούτε δεν πρόλαβα να δω
στων Συμπληγάδων τις σχισμές , να ξεχωρίσω
Ψάχνω το δόρυ να νικήσω τον εχθρό
Κι αν δεν το βρω , αυτή την γη μου να ορίσω

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009

Ποίηση - Ιανουαριος / Απρίλιος 2009

Ήλιος , ό χρόνος δεν γυρνά

Αρχάγγελος διαβαίνει , στου δήμιου φωλιά
στήνει ένα καρτέρι , να πιάσει τα δεινά
έχει φτερά στα πόδια , και αστραπή ματιά
στου άνεμου παντιέρα , ο χρόνος δεν μετρά

Ήλιος , ο χρόνος δεν γυρνά
στων στεναγμών την σαϊτιά
φεγγάρι ,φως , στο πουθενά
δρόμοι σπαρμένοι ωσαννά

Ιούδας που μισεύει , σαν τιμωρός αυτού
προστάτης που χωλαίνει , σε βάραθρο κενού
ασπίδες που κρατάνε , τον όλεθρο μακριά
στου ορίζοντα το δόρυ , πολέμου φατριά


Κουβάρι κουβαράκι

Κουβάρι κουβαράκι
άνεμο ξετύλιγε
στην πρώρα του Μαγιού
μα αύρας το μελτέμι
με εμένα θύμωνε

Η πελαγίσια αλμύρα σου
και το γυμνό κορμί σου
μου στήσανε χορό
Μα σκαλιστή πορφύρα
σε ήλιου μια κηλίδα
με κίνησε να ρθώ
Να ρθώ να ξαποστάσω
και τον καιρό να αδράξω

Κουβάρι κουβαράκι
της λησμονιάς μου πάθος
σε σκήνωμα βουβό
μα τ' όνειρου η ανέμη
γαίας , απείρου , βάθος


Επικήδειος

Έφυγε για τ' αστέρια μου' πάνε
παιδί μικρό δέκα χρονών
δεν γνώριζα μα στο μυαλό μου
μια λέξη του μπαμπά παράπονο μου

Καλό ταξίδι στα ψηλά
στα στέκια τ'ουρανού νάσαι καλά
καλό ταξίδι η ευχή
στης απεραντοσύνης την σιγή

Μεγάλωσα κι έμαθα τι εστί
μνημόνια και λόγια τρανταχτά
με επικήδειους μιας δραχμής
να σπάν το φράγμα της σιωπής


Τα όνειρα χαράματα πονάνε

Τα όνειρα χαράματα πονάνε
λιθόστρωτες οι σκέψεις την αυγή
κι οι θύμησες στο ξέφωτο γερνάνε
μέσα στης ζήσης την βαθιά ρωγμή

Περπάτησα στο φως τ' αποσπερίτη
η άνοιξη της νιότης ...πεθυμιά
φεγγάρι είχα σπίτι σαν σπουργίτι
και έναν ήλιο , για απανεμιά

Σημάδια μου αλλάξανε την ρότα
κι ενός εταίρου χρόνου η σιωπή
μισόκλειστη της ερημιάς η πόρτα
που ρήμαξε στο κρύο στην βροχή


Ψυχή μου....Ελλάδα

Ψυχή πλημμυρισμένη από Ελλάδα
κι ένας αέρας στο έλεος , χαρταετών
πανί που ανέμιζε την στράτα μου
προς την συνάθροιση χαμένων ποιητών

Ψυχή ναυαγισμένη μες το κύμα
κάτω απ' τα ατίθασα σημεία των καιρών
θεμέλια που άλωσαν τα νιάτα μου
κάτω απ' την σκιά κατακτητών

Ψυχή μου χαραγμένη , σ΄ ένα διάβα
μες στις χαράδρες , σκλαβωμένων αετών
της δικαιοσύνης , μάζεψα κομμάτια μου
στο άχραντο φως των αστεριών


Η μοναξιά του τίποτα

Οι σκέψεις σκορπισμένες στον βυθό
και τα όνειρα μας μείνανε στην μέση
αλήθειες που βαδίζουν καθ΄όδον
σ' άδειο παγκάκι , γυρεύοντας μια θέση

Η μοναξιά του τίποτα
ξανά ζυγώνει
και το κορμί μου ακουμπά
και το παγώνει

Εικόνες τυλιγμένες σε χαρτί
και πεταμένες στα σκουπίδια άλλου κόσμου
μα πώς ν' αλλάξω του χρόνου την ροή
στις γειτονιές του παραδείσου , φως μου


Θαλπωρή

Ο ήλιος γέμιζε την θάλασσα με φως
Τα καλοκαίρια μπαινόβγαιναν στην καρδιά μου
Τα όνειρα άγγιζαν την ψυχή μου
Μια συννεφιά δειλή , παρέσερνε ο αγέρας

Το φύσημα της καρδιάς , ήχος στ’ αυτιά μου
Ο έρωτας της εφηβείας ξαναζεί
Με περηφάνια που δεσπόζει , περισσή
ξαναζούμε , τα πρώτα μας χρόνια

Η θαλπωρή της οικογένειας , αγγίζει την γενιά μου
Πέρασαν χρόνοι μα πάντα θα σ’ αγαπώ
Της μάνας μου στοργή , του πατέρα μου η σκέψη
αγκυροβόλι στον χειμώνα που θα‘ ρθεί

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2008

Ποίηση - Τίτλοι από ( Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω )

Φυσάει αγέρας βορινός

Έβγα ήλιε , έβγα φως
για να φύγει ο καημός
έβγα ήλιε , έλα ελπίδα
για να φύγει η καταιγίδα

Φυσάει αγέρας βορινός
φυσάει μες την καρδιά μου
και μπάτης καλοκαιρινός
μέσα στα όνειρα μου

Καράβι πάρε κι έλα εδώ
για να σε συναντήσω
το βήμα σου το φτερωτό
να το ακολουθήσω

Δώσε θεέ μου καλοκαίρι
και γαλάζιο ουρανό
θα σε δώσω ένα αστέρι
χρυσοπράσινο αετό



Χαμένο πέναλτι

Θέλω να νικήσω στον πόλεμο αυτό
εχθρούς να θωρακίσω , χωρίς σταματημό
θέλω να εμπεδώσω , ιδέες μαζικές
ποτέ μην τελματώσω , σε νέες απειλές

Χαμένο πέναλτι είν' η ζωή μου
με μια κερκίδα σχιζοφρενή
ξέφρενη κούρσα η φυλακή μου
κλείνω το τώρα στα ειδεχθή

Θέλω να νικήσω , αυτούς που με νικάν
ποτέ να μην λυγίσω σ' απρόοπτα συμβάν
λέω να πάρω ρίσκο , ν΄ αλλάξω τακτική
έτσι κι αλλιώς υπάρχει στον κόσμο ηθική



Χρώματα μοίρασε ο θεός

Δρόμοι χαμένοι απ’ την ομίχλη
μια άπλετη μοναξιά στο παραθύρι
η άνοιξη σε ποιόν να ανήκει
στη μάγισσα που ζει στο παραμύθι ;

Χρώματα μοίρασε ο θεός και συ τα πήρες
ζωγράφισες τους τοίχους , με μπογιές
σημάδι έβαλες του ήλιου τις αχτίδες
ανήμπορος μες του πελάγου τις οργιές

Σπίτια που αγγίζουν τον βοριά
μια λάμπα να φωτίζει το τραπέζι
η άνοιξη θα ‘ρθει κάπως αργά
και τότε αναπαμός και πανηγύρι



Χρώματα του ουρανού

Τα χρώματα του ουρανού
θωριά στα όνειρα σου
δελφίνια παίζουνε κρυφά
στου έρωτα τα μέρη
η κόρη αγκαλιάζεται
στης ερημιάς την βρύση
με μέλι θρέφονται οι θεοί
με θάλασσα οι ξένοι

Με πασχαλιές και με κισσούς
ντύνεται το κορμί σου
στης αγοράς συνάντηση
μέρα λυπητερή
όλου του κόσμου η βουή
μιας στιγμής αντάρα
της ερημιάς κατάνυξη
ο κόμπος στο σκοινί

Το πνεύμα λύνει την σιωπή
και ξημερώνει ο ήλιος
στην καταιγίδα χάνεται
και στην βροχή ξεχνιέται
χώρεσε ο κόσμος μια στιγμή
όλα τα μη και πρέπει
κρύβεται κάθε χαραυγή
και την ημέρα , γνέφει



Ψυχής μου βήματα

Δρόμοι σπαρμένοι απ' το φως του δειλινού
σπίτια δεμένα απ την χάση του καιρού
όνειρα πρόσχαρα....τα βλέπω , με γελούν
πίκρες δυσβάσταχτες κι αυτές με προσπερνούν

Τσίρκο πλανόδιο στην μέση του χωριού
μάγγισες ,ξωτικά ....στην δίνη του χορού
σκέψη που χάνεται..στο βάθος της αγάπης
κρασί που χύνεται σε πέλαγο απάτης

Κάβος απόμερος , τον πνίγει η αρμύρα
έριξα άγκυρα μες την δική μου μοίρα
Ψυχής μου βήματα μποφόρ στ' ακροθαλάσσι
ψέμματα εφήμερα , δαρμένα στο κατάρτι



Ως πότε

Ως πότε θα κρατώ στα χέρια μου
την τραγωδία τής γενιάς μου
και το κατάχλομο πρόσωπο τής νιότης μου
θα κλονίζεται άσκοπα στις συμπληγάδες τού καιρού.

Ως πότε θα βαστώ στα χέρια μου
αντί γι’ ανθούς τα όπλα
και το γαλάζιο των ματιών σου
θα γίνεται για μένα ζωή.

Ως πότε θα νιώθω την πίκρα
να καταλαγιάζει στο στόμα μου
και ή σκλαβιά τής σκέψης
να με παραλύει καθημερινά.

Ως πότε ελευθερία
θα είσαι το πολυτιμότερο αγαθό.

Ποίηση - Τίτλοι από ( Τ )

Τα νεαρά ζευγάρια

Τα νεαρά ζευγάρια, στην πλατεία
για έρωτα μιλούν και αφουγκράζονται
κάθονται μαζί και λέγοντας αστεία
από την ζάλη των κορμιών τούς συναρπάζονται

Προχωράνε μαζί τον δρόμο τής ζωής
νεαρά παιδιά τον δρόμο τούς μοιράζονται
στιγμές διαλέγουνε τον δρόμο τής σιωπής
και στο καυτό φιλί τούς ξελογιάζονται

Τα νεαρά ζευγάρια στην πλατεία
την ώρα τούς περνούν χωρίς ταυτότητα
κι απολαμβάνουν μια νήνεμη ηρεμία
απ΄ των κορμιών τούς την παράξενη οντότητα.


Τα παιδιά

Η αγάπη πλανιέται στους δρόμους
έχοντας παρέα, τ’ αχτένιστα κοντοκομμένα μαλλιά
και τα κοντά παντελόνια, των σχολιαρόπαιδων.
Το παιδιάστικο γέλιο π ‘ανθίζει
στα στόματα τής ευτυχίας, μυροβολεί χαρά.
Το αθώο βλέμμα των παιδιών
Θα ‘θελα να είχα φίλο μου
με την αλήθεια χαραγμένη
στα χνουδιασμένα πρόσωπα τους.

Πόσο θα ‘θελα να ήμουνα παιδί ξανά
να’ χα στα πόδια μου την νιότη
στο στόμα την αγάπη
Πόσο θα ‘θελα να ήμουνα παιδί ξανά
ό πιο λιλιπούτειος τού κόσμου μας
ή ελπίδα τού μέλλοντος.



Τα παιδικά μου όνειρα

Τα παιδικά μου όνειρα, πήρε ή θάλασσα
και τα έριξε στα βράχια να χαθούν
οι μέρες τής χαράς, πέρασαν γρήγορα
στις ερημιές , και στις βροχές , τις χάλασα

Τα παιδικά μου όνειρα, πήρε ή βροχή
και τα έριξε σε πέλαγο, γαλάζιο
τα λόγια πού μου έλεγες, έχουνε χαθεί
τώρα υπάρχει μόνο η σιωπή

Τα παιδικά μου όνειρα, μια φυλακή
πέταξαν μακριά , στον θάνατο
την παιδική μου ευτυχία , δεν την έζησα
την ξέγνοιαστη πορεία , στην ζωή.



Τα χρόνια φεύγουνε

Σε μπλοκ ιχνογραφίας ζωγραφίζω
της παιδικής μου ηλικίας τον ιστό
αυτόν που θ' άθελα να αντικρίζω
στο κάθε διάβα μου , που ακολουθώ

Τα χρόνια φεύγουνε , περνάνε
και μεις χαμένοι στον βυθό
παροπλισμένοι , κολυμπάμε
στης μοναξιάς μας το χτικιό

Στον ρου της ιστορίας , ξεχωρίζω
μιας εφηβείας , απόλυτο κενό
στο δώσε , πάρε , συμβολίζω
δρόμους που πάντα , ακροβατώ



Ταξίδεψε αστέρι μου

Ταξίδεψε αστέρι μου
ταξίδεψε στο φως του δειλινού
στην άνοιξη που θα ξεπροβάλει
με βροχή σιγανή και αγέρα αγάλι

Ταξίδεψε φεγγάρι μου
στα ασυνείδητα όνειρα σου
στο φέγγος της μέρας που θα έρθει
στην δύση της μέρας που αντέχει

Έλα φεγγάρι μου , πάρε με
πάρε με μαζί σου , ουρανέ
κάνε με νικητή και ηττημένο
της ιστορίας , Τρώα χαμένο

Ταξίδεψε αστέρι μου
ταξίδεψε φωνής μου λαλιά
τροφή πουλιού σε έχω κρυμμένη
σε κρύπτη , καλά φυλαγμένη



Ταξίδεψε με

Ταξίδεψε με όπου θέλεις εσύ
εγώ θ’ ακολουθώ τα βήματα σου
θα σε σκεπάζω στην βροχή
προστάτης και σύντροφος σιμά σου

Φτερά χελιδονιού θα έχω
και μια καρδιά μικρού παιδιού
κάθε τι που με πονά θ ‘αντέχω
και τις πληγές ενός πρόωρου καιρού

Μα όπου κι αν είσαι θα ‘μαι εδώ
το αύριο το ξέρω πώς ζυγώνει
μετέωρο το βήμα μου κι αργό
ανάστημα ψηλό ορθώνει

Ταξίδεψε με σε μια γωνιά της γης
σ’ ένα μέρος που υπάρχει στα όνειρα σου
κρασί , φιλί , στις νύχτες της σιωπής
κορμί μου , που αγγίζει την σκιά σου

Φεγγάρι μακρινό μου θα ‘σαι
και στυλοβάτης σε μια γη π’ ακροβατεί
στην αγκαλιά μου θα κοιμάσαι
το κορμί σου φως , και ο ήλιος φιλί



Ταξίδι η σκέψη

Ταξίδι η σκέψη σου σε άγονη γραμμή
με καπετάνιο τον καημό και μ’ ένα τσούρμο ναύτες
ξορκίζει τ’ αύριο ποιος ξέρει τι θα ‘ρθει
μπουνάτσες πέλαγα και μάτσα , αυταπάτες

Γέρασε η βάρκα μου μα σίδερο σκαρί
γέρασε ο κόσμος μου , μα τον έχω κλειδωμένο
κρατώ στα χέρια μου το πιο παλιό κλειδί
αυτό που ανοίγει ότι είναι αμπαρωμένο

Ας φύγουμε σε μέρη που πηγαίναμε παλιά
εκεί που η θάλασσα μυρίζει γιασεμί
παρέα θα ‘χουμε της νύχτας τα πουλιά
και την αγάπη , φυλαχτό ως το πρωί



Την λευτεριά μου πόθησα

Σαν σκλάβος στην σκλαβιά αντρώθηκα
κι από τα δεσμά μου ξεπήδαγε το αίμα
από το κρασί τής λευτεριάς μου μερακλώθηκα
και τού δήμιου τα δεσμά ήτανε ψέμα

Πέρασα χίλια εμπόδια κι έζησα
κι από τα μελτέμια τής ψυχής μου ξαναζώ
σκληρή αγχόνη θυμίζεις μέρες που έζησα
μέρες μίσους, πώς ξεχάστηκαν για πάντα

Την λευτεριά μου πόθησα δειλά
πάλεψα για αυτήν, και νίκησα



Της αλήθειας η σιωπή

Στης αγάπης την ψυχή
θα πετάξει ένα παιδί
θα ζυγώσει για να βρει
της ζωής του την πηγή

Θα μιλήσει στον καιρό
για να βρει τον γυρισμό
κι απ’ της Κίρκης την σκιά
πάει να βρει την λησμονιά

Περνάει ο καιρός
μεγάλος χορός
μεγάλος και ο πηγαιμός
Στης νιότης τον ρου
στης άρνης τον νου
ενός καιρού αλλοτινού

Της αλήθειας η σιωπή
θα ‘χε κάτι να μου πει
και με λόγια ένα παιδί
χτίζει κάστρα μες στην γη

Θα καλέσει τους Θεούς
έναστρους και φωτεινούς
θα τους λέει κάθε στιγμή
θα είναι τ’ αύριο ζωή



Της άνοιξης πουλί

Δεν είμαι τίποτα σπουδαίο
είμαι ένα τίποτα στην γη
μα ότι αγαπάμε είναι ωραίο
και ότι μας αγγίζει την ψυχή

Είμαι της άνοιξης πουλί
σεντόνι στο κορμί σου
ο ήλιος του καλοκαιριού
λουλούδι στην αυλή σου
Είμαι του έρωτα φωλιά
πουλιού πάνω σε σύρμα
του καραβιού η Παναγιά
προστάτης μες στο κύμα

Δεν είμαι πρίγκιπας μεγάλος
είμαι φτωχούλης τόσο δα
είμαι του έρωτα το κάλλος
σε μια αγάπη που αρχινά



Της ευτυχίας η ζαριά

Σε μια κουβέντα ....δύο λυγμοί
της δυστυχίας στεναγμοί
κι απ' της χαράς αντίκρισμα
της μοναξιάς το στοίχημα

Μια τουφεκιά...δυο οι νεκροί
γυρεύει ο κόσμος μια σκεπή
αποκομμένος περπατά
ψάχνοντας νά'βρει συντροφιά

Της ευτυχίας τη ζαριά
της σωτηρίας τη ψευτιά
του ψέματος τη ζυγαριά
όλα τα ρίχνω στην φωτιά



Της φυλής μου το μοιραίο

Μείνανε λίγοι , το δώμα πληκτικό
εργάτες και κολίγοι τους χώρεσε το σπιτικό
Εκεί δεν μπλέκει η νύχτα
στο φως της μέρας
και φωτιά μερώνει η πίκρα
στο μερτικό που δίνει ο αγέρας

Χώρεσε η οικουμένη
αυτά που έχω φυλάξει
και μες τους πάπυρους γραμμένη
ότι δεν έχουνε ρημάξει

Χάρος που μπάζει από παντού
μα απ’ το παράθυρο προβάλει το Αιγαίο
και με πανάρχαιο πασπαρτού
κλειδώνω της φυλής μου το μοιραίο



Το δωμάτιο

Έχω ένα δωμάτιο
στην άκρη του αγέρα
ο ήλιος το μοιράζεται
ή νύχτα και ή μέρα
Πίνουν μαζί μεθούν μαζί
μοιράζουν τις χαρές τους
γλεντοκοπάνε στην ζωή
κι ενώνουν τις ψυχές τους

Μα η μοναξιά το δωμάτιο θυμάται
και τ’ όνειρο στερεύει και κοιμάται

Έχω ένα δωμάτιο
στον ήλιο που προβάλει
χαρά γεμίζει το πρωί
σαν φεύγει το φεγγάρι
Βλέπει την θάλασσα από κει
τούς γλάρους μες το κύμα
κι ανάβει φώτα η ζωή
στο κάθε της το βήμα



Το πέρασμα

Το πέρασμα δεν θα ΄ναι μακριά
πορεία μες το άβατο του χρόνου
κρατώντας λάφυρα του κόσμου
παιδί που ξεγελιέται με αυτά

Η δύση θα προβάλει λίγο αργά
κλεισμένη μες τα απόκρυφα της νιότης
κλονίζει τ' άστρα στον χορό της
ελπίδα σπέρνει και πουλά

Το κόκκινο φεγγάρι ξεγελά
και ντύνεται στα χρώματα που λάμπουν
εσώψυχα το ρούχο του το ράβουν
οι νιές , με ράφτρα δανεικά



Το πιο όμορφο στην ζωή μου

Το πιο όμορφο πράγμα στην ζωή μου
είναι ένα χαμόγελο στα χείλη σου
ένα μπουκέτο λουλούδια στα χέρια σου
είναι η φύση που χαϊδεύει τα κορμιά μας
ο αγέρας , και η μυρωδιά των λουλουδιών

Το πιο όμορφο πράγμα στην ζωή μας
είναι να ακούω την φωνή σου κάθε μέρα
να με λες κάθε πρωί μια καλημέρα

Το πιο όμορφο πράγμα στην ζωή μου
είναι τα χελιδόνια που έρχονται τη άνοιξη
την ζωή μου που αναπολώ με κατάνυξη
είναι η ζεστασιά του κατακαλόκαιρου
προσμένοντας το κρύες νύχτες του χειμώνα



Το πλοίο της γραμμής δεν θα περάσει

Το πλοίο τής γραμμής δε θα περάσει
από τις πύλες τού ορίζοντα, τής θάλασσας
μες από το χρυσοπόρφυρο φως τού φεγγαριού
μες από τις ανταύγειες, των μακρινών φώτων.

Το πλοίο τής γραμμής δε θα περάσει
κάτω από τον απροσπέλαστο ήλιο τού μεσημεριού
μακριά, από τις φωσφορίζοντες νυχτερινές σκιές
των αγόνων νησιών, τ ‘αρχιπελάγου

Το πλοίο τής γραμμής δε θα περάσει
από τού Αιγαίου, τ ‘απάνεμα λιμάνια
το πλοίο τής γραμμής, ποτέ δεν θα φτάσει
στα καταγάλανα τής ψυχής μου νερά.



Στο χωριό

Μεσάνυχτα Σαββάτου , ξανάρθα στο χωριό
η αγκαλιά γεμάτη , κοπέλες ένα σωρό
και εγώ με τα καλά μου , ξορκίζω το κακό
πεντ' έξι μέτρα χώμα , μ' ευλάβεια κοιτώ

Κι είναι όλα μαγικά όπως και πρώτα
τα παιδικά μου χρόνια , δεμένα με κλωστή
με μια βλαστήμια , σκεπασμένη απ' τα φώτα
ακροβατώ στης λήθης , το σχοινί

Μεσάνυχτα Σαββάτου , κι είναι όλα ίδια
ο καφενές , το πατρικό , φέγγει ξανά
ένας αγέρας παρασέρνει στα σκουπίδια
όλα τα όνειρα , στης πλάσης ζυγαριά



Του γάμου

Γεννήθηκα χωρίς σκεπή
παιδί με αδειανή , την τσέπη
η μοίρα μ’ έφερε η καλή
να νιώσω της αγάπης , μέθη

Γλεντά ο γαμπρός κι η θυγατέρα
γλεντά ο κόσμος κι ο ντουνιάς
γίνεται γάμος εδώ πέρα
ανήμερα της Πασχαλιάς
Βάζει το άσπρο νυφικό της
η νύφη που φυλλόρροει
γαμπρό να δη στο πατρικό της
ρίζα η αγάπη κι η στοργή

Γεννήθηκα σε μια στιγμή
στου λαβωμένου αγέρα , σκέπη
κατάρτι φύτεψα στην γη
και μια καρδιά να με προσέχει



Τσιγάρο άφιλτρο

Σ’ ένα δωμάτιο γυμνό
με χαλασμένο τον καιρό
με εκδικείσαι
Το έχω ρίξει στο ποτό
και με τα δήθεν και λοιπόν
να προσποιείσαι

Τσιγάρο άφιλτρο μ’ έχεις κεράσει
και με τα λόγια τα σκληρά μ’ έχεις δικάσει
ένοχο μ’ είπες
Παιχνίδι έπαιξες σχεδιασμένο
από καιρό να μ' έχεις νικημένο
θύμα σου μ' είχες

Στο κομοδίνο το παλιό
φωτογραφίες χίλιες δυο
τις έχεις πάρει
Που να βρω τόπο να σταθώ
σε ποια γωνιά να κοιμηθώ
χλωμό φεγγάρι

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2008

Ποίηση - Τίτλοι από ( Ρ-Σ )

Ρίσκο

Παίρνω το ρίσκο , σημάδι βρίσκω
σε μια δίνη , που με τυλίγει
σβήνω τα φώτα , αλλάζω ρότα
πίνω την νιότη , μες το ποτήρι

Ρίσκο η ζωή μου ρίσκο
πουθενά δεν βρίσκω
δρόμο να γυρίσω
Ρίσκο η ζωή μου ρίσκο
μια ζωή την βρίσκω
γυρεύοντας ρίσκο

Παίρνω το θάρρος , γίνομαι βάρος
μέσα στον κόσμο , στο πανηγύρι
θάβω το χθες μου , μες τις χαρές μου
άλλων δεν κάνω , ποτέ χατήρι



Ρούχο δανεικό

Τα φορεμένα φόρεσα
για μια ακόμα νύχτα
κι είπα να φύγω μακριά
αλλού να ρίξω δίχτυα

Φόρεσα ρούχο δανεικό
και χαρισμένο από καιρό
από εσένα
Άλλαξα δρόμο και σταθμό
και στης ζωής τον πηγαιμό
παίρνω το ψέμα

Τα δουλεμένα δούλεψα
και πήρα το μερτικό μου
σ’ άλλη χαρά βαστώ σκοπιά
σ’ άλλη το λογικό μου



Σαν της Άρτας το γεφύρι

Σαν της Άρτας το γεφύρι
χτίζω και γκρεμίζονται
όνειρα χρυσά παλάτια
που στην άμμο χτίζονται
Μες τα χέρια μου κρατάω
και περνάω τον καιρό
μα η ζωή κι αν την ρωτάω
χωρατεύει τον καημό

Αχ ψυχή μου κάνε κύκλους
χόρεψε την ζεμπεκιά
χάρισμα σ’ εχθρούς και φίλους
και για σένα μια πενιά

Σαν την φλόγα στο καμίνι
καίγονται αλύπητα
χάρτινος καημός που σβήνει
με τσιγάρο ανύποπτα
Λόγια λεν στο καφενείο
και μοιράζουν το κρασί
παίρνεις την ζωή στα δύο
και ησυχάζει η ψυχή



Σεργιάνισα τον κόσμο

Σεργιάνισα τον κόσμο απ’ άκρη σ’ άκρη
κι είδα ανθρώπους, να ζητιανεύουν το ψωμί
άδολα χέρια να κρατάνε την αξίνα
και να δουλεύουν, βλαστημώντας την ζωή.

Σεργιάνισα τον κόσμο απ’ άκρη σ’ άκρη
κι είδα να πνίγεται ή φύση στο σκοτάδι
κάποια κατάρα τριγυρίζει μες την πλάση
μοίρα κακή , μας έχει βάλει στο σημάδι.



Στην μάχη να' σαι νικητής

Η κορυφή είναι μακριά
θέλει θεμέλια γερά
άσπιλο θάρρος και καρδιά
Κι όταν θα φτάσεις στην κορφή
κρατά γερά γιατί εκεί
το δόρυ σου θα μετρηθεί

Στην μάχη να' σαι νικητής
και στον αγώνα πορθητής

Πίσω γκρεμός και μπρος χαρά
φοβάσαι αυτήν την ερημιά
και παροπλίζεις στην σκιά
Κι όταν θα έρθει η στιγμή
να δεις τον κόσμο απ' την καλή
τότε μετράει η ψυχή


Στιγμές

Στιγμές μονάχος
στον πανικό της βροχής
στον όλεθρο της φυγής
Στιγμές που μένουν
σε βάθος ψυχής
σ' απόρροια μιας ζωής

Στιγμές που ζητάνε το χάδι
στιγμές που' ναι μόνες το βράδυ
στιγμές που χαράζουνε μνήμες
στιγμές γραμμένες σαν ρίμες
Στιγμές που αλλάζουν κρεββάτι
στιγμές που ζουν στο ντουλάπι
στιγμές που φέγγουν την μέρα
στιγμές που ζητάνε αγέρα

Στιγμές πλεκτάνης
στης μέρας το βάθος
στης νιότης το πάθος
Στιγμές που ζούμε
στο κάθε μας βήμα
στου ήλιου αχτίδα



Στο λιμανάκι της καρδιάς μου

Έχω κρυμμένο στην καρδιά μου
ένα λιμάνι απόμερο
αποκομμένο απ’ τον κόσμο
κρυμμένο κάπου στ’ όνειρο

Στο λιμανάκι της καρδιάς μου
καΐκια δεν αράζουνε
στο λιμανάκι της καρδιάς μου
τα γλαροπούλια λιάζονται (τα όνειρα φωλιάζουνε)

Έχω κρυμμένο στην ψυχή μου
ένα λιμάνι απόμερο
αποκομμένο , δίχως δρόμο
κρυμμένο και απρόσμενο



Σφαλισμένα χείλη

Τα σφαλισμένα χείλη , αγγίζουν την νυχτιά
δεν έχουν καλοκαίρια , δεν έχουνε καρδιά
μόνο την προσμονή , σαν δώρο του θεού
και ένα τάμα άγιου , για ξόρκι του κακού

Έχουν πλινθά δοκάρια , κολόνες στιβαρές
κλησιές προσευχητάρια , και μνήμες ενοχές
ζούνε μες τα νταμάρια , και μες τις αγορές
αγάπες μοιρασμένες , χάνονται τις βραδιές

Τα σκουριασμένα μάτια , δεν έχουνε χαρά
παντρεύονται τον πόνο , την φτώχεια την ψευτιά
προσκέφαλο και σπίτι , της γης την αγκαλιά
κ' ένα θεό που ξέρει , να δίνει την χαρά

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008

Ποίηση - Τίτλοι από ( Ο-Π )

Ο γυρισμός του Οδυσσέα

Οδυσσέα τι θαρρείς
πώς ή Ιθάκη θα ’ναι πάντα στην καρδιά σου
μην γελιέσαι , το ταξίδι τού γυρισμού
δεν θα περάσει από την Χάρυβδη.

Οδυσσέα τί θαρρείς
πώς τα παιδιά σου, καρτεράνε να γυρίσεις
ξέρουν κι αυτά πώς θα γλυτώσεις
από τού Κύκλωπα Πολύφημου το μάτι.

Οδυσσέα μην θρηνείς
για τούς συντρόφους σου πού έχασες στην μάχη
γκρίζα ή οργή σου, μα κυριεύει τα θεριά
κι ανοίγει δρόμους , σε όλης τής γης τα πλάτη.

Οδυσσέα τι θαρρείς
θα βρεις γαλήνη, σαν γυρίσεις στην Ιθάκη
σ’ άλλους πολέμους θα μπλεχτείς.
Σειρήνες γύρω σου θα τραγουδάνε
Οδυσσέα , ξέχνα για πάντα την Ιθάκη.



Ο δρόμος του φεγγαριού

Αγνόησα το χάδι
τα όνειρα , το βράδυ
την μέρα που μου γέλασε λιγάκι
Αγνόησα την λήθη
το σούρουπο στην δύση
και έναν ήλιο που παίζει σαν παιδάκι

Ο δρόμος του φεγγαριού
αλλού κοιτάζει
και αγκαλιάζει την μοναξιά
Ο δρόμος του φεγγαριού
αλλιώς μετράει
την δίψα της ψυχής και την χαρά

Δεν μέτρησα τα χρόνια
στα άδεια μου σεντόνια
μια άνοιξη μου κρατάει συντροφιά
Δεν γνώρισα φεγγάρια
η νύχτα μου καθάρια
μοιράζεται την άδεια μου καρδιά



Ο θρόνος του φεγγαριού

Ο θρόνος του φεγγαριού είναι ψηλά
βλέπει λαγκάδια και βουνά
βλέπει αυτά που δεν θα'θελε να δη
νεκρούς βλαστούς μέσα στην γη

Το βλέμμα της Παναγιάς μ΄ ακολουθεί
εκεί που άνθρωποι απόμαχοι στην γη
χτίζουν στον ήλιο , χωμάτινα δρομάκια
στα έρμα χωριά , λουσμένα με σαράκια

Ο δρόμος του εσπερινού είναι μακρύς
κατηφορίζει στην δύση της ζωής
κατατροπώνει των ανέμων ξωτικά
και ξόρκια απ' της ύλης τα φρικιά



Ο πιο μεγάλος δρόμος

Μες του μυαλού μου την σιωπή
τα μάτια σου τα είδα
τα φίλησα τα λάτρεψα
πριν έρθει η καταιγίδα

Κι αν δεις τον κόσμο μια σταλιά
κι αν βλέπω εσένα μόνο
μια ζωγραφιά μια πινελιά
ξεφτίζει απ’ τον χρόνο
Κι αν πέσουν χίλιοι κεραυνοί
και χάθηκε ο χρόνος
θα είναι η αγάπη αληθινή
κι ο πιο μεγάλος δρόμος

Σε μιας αράχνης τον ιστό
τυλίγεις το κουβάρι
κι απλώνει μέσα στην νυχτιά
της πίκρας το ντουμάνι



Ο τόπος που με γέννησε

Σ’ ένα δωμάτιο υγρό
αποκομμένο απ’ τον καιρό
κι από τον κόσμο
Δεν μπαίνει μέσα ο βοριάς
και το φυλάει ο χιονιάς
από τα ξένα

Ο τόπος που με γέννησε
κοιτάζει το φεγγάρι
και μες το χώμα του κρατά
ανθούς μες τον Γενάρη
Ο τόπος που με γέννησε
της νιότης μου η σκέπη
εκεί η ψυχή μου ξαγρυπνά
στης λησμονιάς την σκέψη

Σ’ ένα κουτούκι ταπεινό
οι σκέψεις μπαίνουν στο μυαλό
από την πόρτα
Θύμησες είναι φυλαχτό
και με σινιάλο αυστηρό
θ’ αλλάξω ρότα



Οι ναυτικοί

Βαθύ γαλάζιο θα ‘ναι μια αγάπη
απέραντη.... ερωμένη ή θάλασσα
πού από τον αφρό τής αναδύει, καινούργιους κόσμους.
Ανίκητη επιθυμία το ταξίδι σε χώρες τροπικές
μα κι ή γενναία ψυχή, τα δάκρυα σκουπίζει
σε στιγμές πού ή θύμηση ορίζει.
Καλότυχε ναυτικέ...άξιε ταξιδευτή
μπροστάρη στους κινδύνους π ‘αλαργεύουν
δικαία αγναντεύεις νέους ορίζοντες.
Μα κι αν χιμήξουν οι αγριεμένες θάλασσες
πάνω στα δουλεμένα τα σκαριά
τ ‘αντρειωμένα τα κορμιά, ορθά
παλεύουν τα στοιχειά τής φύσης.
Κι αν έρθει ό θάνατος
πάρε τον θάλασσα γλυκά , τον ναυτικό
στον ατελείωτο βυθό σου.



Οι ονειροπόλοι

Στο απομεσήμερο
κλειστό το παραθύρι
η άνοιξη έβγαλε ανθούς
ο ήλιος έχει γείρει
Η πόλη τώρα ξαγρυπνά
με μάτια φλογισμένα
τίποτα πίσω δεν γυρνά
είν’ όλα μαγεμένα

Κει που πατά ο άνθρωπος
έχουν πατήσει κι άλλοι
μαζί πορεύονται οι εχθροί
μαζί κι οι ονειροπόλοι

Στο κατακαλόκαιρο
άναψανε τα φώτα
θα έχει γλέντι ο ντουνιάς
μες της αυγής την πόρτα
Θα ‘ρθουνε φίλοι να με δουν
αντάμωση να κάνω
αυτό που δένει τα παλιά
να ζήσω ως να πεθάνω



Όνειρα...μέρες

Με μέτρα και σταθμά
και στης ζωής μου τα ρηχά
τσαλαβουτώ
Δένω τις λύπες με σκοινιά
κι ακροβατώντας σε αυτά
μνήμες ζητώ

Όνειρα μέρες , καταγής
και στην ζωή μου ως εξής
να εξηγώ
Τι είναι αυτό που με κρατά
και των χεριών μου τα δεσμά
σπάν τον ζυγό

Με νόμους και με αντοχές
και με ανίσχυρες ιαχές
να τι ζητώ
Μια σπίθα γη για να κρυφτώ
και στου κελιού μου το κενό
να ονειρευτώ



Ότι αγαπώ είναι ακριβό

Δεν γουστάρω τους πια τους μάγκες
τους βαρέθηκα και εγώ
μια ζωή με αυταπάτες
να ξορκίζω το κακό
Δεν γουστάρω πια τους θύτες
γιατί θύμα είμαι και εγώ
ξωτικά φρικιά κι αλήτες
δεν σας θέλω , δεν μπορώ

Θέλω μια εκεχειρία , να γεμίσω το μυαλό
θέλω να ’χω ευκαιρία στο καλό και στο κακό
δώσε μου μυστρί και λάσπη
για να φτιάξω απ’ την αρχή
όσα δίνω στον καθένα
και στην ίδια μου ζωή

Δεν γουστάρω δήθεν κι έτσι
δεν γουστάρω τα κοινά
γιατί ότι μου αρέσει
θα με βγει πραγματικά
Χρόνια μίση χρόνια λάθη
βρε ας πάνε στο καλό
γιατί ότι εγώ χρωστάω
πάντα θα’ ναι ακριβό



Παιδί χωρίς φτερούγες

Παιδί χωρίς φτερούγες
έχεις τα μάτια , καρφωμένα στο φεγγάρι
γνέθεις στο κάθε βραδινό
και αγκαλιάζεις τους πλανήτες μ’ όλο χάρη

Έχεις στο βλέμμα σου αστραπή
και στην φωνή σου μια βροντή
που διατάζει
Μητέρα σου και αδελφή
είναι ο ήλιος κι η βροχή
που σ’ αγκαλιάζει

Παιδί χωρίς φτερούγες
αυτή η αθώα σου ψυχή δεν έχει τέλος
πίνεις τ’ αλάνθαστο νερό
και ξενυχτάς ως την αυγή μέσα στο θέρος



Πάμε να φύγουμε

Η αγάπη άγγιξε του ήλιου το στεφάνι
στην μοναξιά μου ένα ολόγιομο φεγγάρι
η απουσία σου κοστίζει μια ζωή
από τα χέρια σου μάζεψα την ζωή

Απ’ της ψυχής σου το παράθυρο κοιτάζω
όλο τον κόσμο τον κοιτώ και αναστενάζω
είναι η πλάση μες τα μάτια τα δικά σου
άγγιγμα , χάδι είναι όλη η χαρά σου

Πάμε να φύγουμε σε μέρη μακρινά
ένα αστέρι θα μας φέρει πιο κοντά
ένα τραγούδι θα σου πω απ’ την καρδιά μου
να στο χαρίσω μέσα απ’ τα σωθικά μου

Φεγγάρι απλώθηκε στης νύχτας την σκιά
ήρθε γιομάτο να με κάνει συντροφιά
το κάθε βλέμμα σου μ’ αγγίζει μια ζωή
δώσε σε μένα την κάθε σου στιγμή



Πανέμορφη φύση

Τα λιόδενδρα , τα στάχυα χόρεψαν
απ’ τον χορό των μελισσών
ρυάκια και βρυσούλες λάλησαν
σε ήχο διαπασών

Παντοδύναμε …είναι πανέμορφα έξω
στην φύση που την ρουφώ , και την σπλαχνίζομαι
τον ήλιο να ορίσω , την χαρά μου ν’ αντέξω
την γη αυτήν που βρήκα , δεν την χωρίζομαι

Βυθός κι ο γιαλός , αντάμα
στιλπνό κομμάτι μάλαμα
ολόκληρη η θάλασσα μια αλάνα
κι ένα φεγγάρι ως το χάραμα



Πόθος

Αν ή ομορφιά γεννιέται
μ ‘ένα χρυσοπράσινο φύλλο τού φθινοπώρου.
Αν ή αγάπη δεν κρυφτεί
μέσα στον ορίζοντα τού κόσμου
τότε ή ζωή θ’ ανήκει, σ’ αυτούς πού την ποθούν
τότε το φεγγάρι, θα είναι απόψε μεγαλόπρεπο
και οι άνθρωποι , δεν θα κρύβουν την μορφή τους στο σκοτάδι.

Αν ή αλήθεια δεν πατηθεί
από τις τρισδιάστατες πατημασιές των ψευτών.
Αν ή αγάπη δεν σβήσει
με τις γομολάστιχες των κακών
τότε ή ζωή θ’ ανήκει, σ’ αυτούς πού την ποθούν
τότε ό ήλιος θα φτάσει ίσα με κει
για να γιατρέψει , τα λαβωμένα φτερά των περιστεριών



Ποτάμι ο έρωτας

Ποτάμι ο έρωτας βαθύ
χύνεται μες το σώμα
του νιού που ξέρει ν’ αγαπά
προσμένοντας στο δώμα

Θα ‘ρθει η αγαπημένη του
τ ‘αστέρι της ζωής του
και φεγγαρένια θα γεννεί
στον δρόμο της ψυχής του
Πνίγει ο αγέρας στη σιωπή
κραυγές του πόθου θρόες
κορίτσια νιές την χρυσαυγή
πεντάμορφες , αθώες

Σβήνει τ’ ανέμου η πνοή
στο στολισμένο στρώμα
σε πούπουλα ολομέταξα
χορεύουν ως το γιόμα



Πουλάκι πιάνομαι

Πουλάκι πιάνομαι , αγέρα δέρνω
την φύση γεύομαι , το χώμα παίρνω
ρίχνω στην πέτρα μια σπρωξιά , χαϊδεύω το ποτάμι
στις ρεματιές παντρεύομαι , και στο νεράκι σπέρνω

Πόρτα π’ ανοίγεις μην την κλαις
θα μπει ο ξένος μέσα
θάλασσες φτιάχνει , ο χορός
με λεβεντιά και μπέσα

Τρυγώ σταφύλι , πίνω κρασί
βάφω το σπίτι θαλασσί
τρυγώ σταφύλι , πίνω κρασί
άγκυρα ρίχνω στην ζωή



Προσγειώσου

Ξυλάκι παγωτό μες τον χειμώνα
μ' αμάνικο μακό σε σκούρο χρώμα
τι λες ρε φίλε πηγαίνεις καλά
μήπως νομίζεις , είσαι ψηλά

Προσγειώσου στο σήμερα
άσε το αύριο μετά
μην φλιπάρεις , πιο ήμερα
η ζωή μας προχωρά
Δες το τώρα κι ανάρρωσε
πες το ναι , έστω και αργά
ότι φθάνει , μας άφησε
η ζωή που προχωρά

Με μάλλινο παλτό στο καλοκαίρι
τις νύχτες σου τις κάνεις μεσημέρι
τι λες ρε φίλε , πηγαίνεις καλά
μήπως νομίζεις , είσαι ψηλά



Πρωινή περιπολία

Το θαλασσί καπέλο που φοράς
στο άγγιξε ο γλάρος
ο λίβας του καλοκαιριού
κι η δίψα του μεσημεριού

Πρωινή περιπολία καϊκιών
μες το λευκό κορμί σου
νυχτερινή ακολουθία μετ' υμών
στην δίνη της ψυχής σου

Λευκό το φόρεμα στο φως
το σέρνουν οι αχτίδες
του χρυσαφένιου ήλιου του Μαγιού
στην ώρα του αποχαιρετισμού



Πώς να σου κλέψω την καρδιά

Πώς να σου κλέψω την καρδιά
με μια άγρια φράουλα τού δάσους
να σ ‘αγαπήσω , να σε λούσω
με το νεράκι τής πηγής.

Πώς να στολίσω τα μαλλιά σου
μ ‘όλα τα κρίνα τού Απρίλη
να σ ‘αγαπήσω , να σε ντύσω
μ ‘όλο μετάξι και πετράδια

Πώς να σού κλέψω την καρδιά
μ ‘ένα τριαντάφυλλο στο στήθος
για ν ‘αγαπήσεις όλη την φύση
να την γευθείς παντοτινά

Πώς να χαρίσω στην μορφή σου
όλου τού ήλιου την γυαλάδα
να σ ‘αγαπήσω , να σου δώσω
του αγριομελισσιού το μέλι.